ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από Admin Την / Το Πεμ Δεκ 09, 2010 5:07 pm



ΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΙ ΤΗΣ ΦΟΥΝΤΩΤΗΣ ΓΙΡΛΑΝΤΑΣ

-Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε χαρούμενα ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο μικρός άγγελος.

Η Χριστουγεννιάτικη φουντωτή γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους που κρέμονταν από πάνω της, τινάχτηκε ολόκληρη.

-Μας ξύπνησες! διαμαρτυρήθηκαν οι άγγελοι με μια φωνή.

Τι σε έπιασε και φωνάζεις ξαφνικά;

-Έρχονται! Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε και πάλι ο μικρός άγγελος.

Οι άλλοι άγγελοι χασμουρήθηκαν.

Ίσιωσαν τα χάρτινα φτερά τους που ήταν σκεπασμένα με λείο και μαλακό ύφασμα και ρώτησαν το μικρό τους αδερφό.

-Και εσύ που το ξέρεις; Μέσα σε αυτό το κουτί που είμαστε κλεισμένοι, δεν έχουμε ούτε ημερολόγια, ούτε ρολόγια. Πως μπορούμε να ξέρουμε τι εποχή είναι, αν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε τη στιγμή που κάποιος θα ανοίξει το καπάκι από το κουτί και θα μας τοποθετήσει με τα άλλα στολίδια πάνω στο δέντρο.

-Κι όμως εγώ ξέρω πως έρχονται τα Χριστούγεννα! Τα μυρίζω!

Οι άγγελοι της φουντωτής γιρλάντας έξυσαν συγχρονισμένοι σαν χορευτές μπαλέτου, το φτιαγμένο από γουνίτσα φωτοστέφανο στο κεφάλι τους.

-Τα μυρίζεις; απόρησαν! Α, εσύ είσαι τελείως χαζούλης!

-Μα ναι! επέμενε ο μικρός άγγελος. Τα μυρίζω στον αέρα που έχει γίνει υγρός και βαρύς. Στη μυρωδιά από τα ξύλα που καίγονται στο τζάκι. Στα γλυκά με κανέλα και μέλι που φτιάχνουν στην κουζίνα του σπιτιού. Έρχονται Χριστούγεννα σας λέω!

-Εμείς το μόνο που μυρίζουμε εδώ μέσα είναι κλεισούρα και σκόνη. Κοιμήσου μικρέ. Έχουμε καιρό ακόμα μέχρι τα Χριστούγεννα του είπαν οι άγγελοι και ξάπλωσαν πάνω στο βαμβάκι που είχαν για στρώμα για να μη τσαλακωθούν και σκιστούν.

Όμως ο μικρός άγγελος, ο τελευταίος στη φουντωτή γιρλάντα με τους αγγέλους, δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την χαρά και την προσμονή. Έφταναν τα Χριστούγεννα και επιτέλους θα βρισκότανε και πάλι πάνω στο στολισμένο δέντρο. Εκεί μπορούσε να βλέπει όλο το σπίτι, στολισμένο με γκι και κορδέλες.

Να λιγουρεύεται το γιορτινό τραπέζι με τα γλυκά και τα φαγητά που μοσχοβολούσαν. Να λικνίζεται στο ρυθμό των όμορφων τραγουδιών που ηχούσαν παντού και να χαίρεται με τα γέλια, τα παιχνίδια και τις κλεφτές ανυπόμονες ματιές των παιδιών στα κουτιά με τα δώρα κάτω από τα κλαδιά του έλατου.

Και να που πραγματικά είχε δίκιο.

Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν με γοργούς ρυθμούς και κάποια μαγική στιγμή, το καπάκι του κουτιού που κρατούσε κλειστή την φουντωτή Χριστουγεννιάτικη γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους άνοιξε.

Το φως ξεχύθηκε λαμπρό και ζεστό μέσα στο κουτί και ξύπνησε τα αγγελάκια που χαρούμενα φώναξαν όλα μαζί πια:

-Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Ήρθαν τα Χριστούγεννα!

Μαζί με αυτό, άνοιξαν και άλλα κουτιά.

Το μεγάλο κουτί με τις γυάλινες μπάλες που τσούλησαν γρήγορα στο χαλί.

Το κουτί με τους βελούδινους φιόγκους που τεντώθηκαν νυσταγμένοι.

Το κουτί με τις καμπάνες που με μιας άρχισαν να χτυπάνε.

Τον ξύλινο καρυοθραύστη που ακόνισε την μασέλα του.

Τα Άγιο-Bασιλάκια που κρατούσαν κιθάρες και βιολιά στα χέρια τους.

Και στη γλώσσα των παιχνιδιών που κανείς δεν γνωρίζει και δεν ακούει, άρχισαν όλα τα στολίδια να πανηγυρίζουν, να γελάνε και να τραγουδάνε χαρούμενα που μετά από μεγάλη αναμονή οι γιορτές έφτασαν και το φως της μέρας ανέδειξε τα όμορφα χρώματα τους.

Μα πιο πολύ χαρούμενος ήταν ο μικρός άγγελος της φουντωτής γιρλάντας. Γιατί αυτός ήξερε πιο μπροστά από τα άλλα στολίδια πως τα Χριστούγεννα είχαν φτάσει.

Το μύριζε και το ένιωθε μέσα στην καρδιά του και δεν έβλεπε την ώρα να σταθεί πάνω στο δέντρο και πάλι.
Και η στιγμή αυτή είχε φτάσει.

Τα λεπτά χέρια μιας όμορφης γυναίκας με μακριά μπουκλωτά μαλλιά μπήκαν μέσα στο κουτί και έπιασαν την γιρλάντα με τους αγγέλους. Η καρδιά του μικρού αγγέλου πήγε να σπάσει.

-Τώρα θα πετάξω ψηλά στο έλατο, σκέφτηκε. Θα δω το στολισμένο σπίτι, τα παιδάκια που τρέχουν γύρω από τα σκορπισμένα στο σαλόνι στολίδια και δώρα, τα χαμόγελα στα πρόσωπα όλων να ζεσταίνουν το κρύο που ένιωθα τόσο καιρό μέσα στο κουτί.

Μα καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, χρατς!

Το χάρτινο φτερό του πιάστηκε στο καπάκι από το κουτί που δεν είχε καλά ανοίξει και κόπηκε στη μέση.

-Αχ τι κρίμα! Έσκισα το φτερό του τελευταίου στη σειρά αγγέλου. Δεν πειράζει.

Τώρα η γιρλάντα θα έχει μόνο έξι αγγέλους, είπε η γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και παίρνοντας στα χέρια της ένα ψαλίδι έκοψε το σκοινί που συγκρατούσε τον άγγελο στην φουντωτή γιρλάντα και τον έβαλε και πάλι μέσα στο κουτί.

Όλα τότε ησύχασαν.

Τα στολίδια έπαψαν να γελάνε και να φωνάζουνε στη γλώσσα των παιχνιδιών.

Το φως που έλουζε τα κουτιά χλόμιασε και το κρύο σκέπασε τον μικρό άγγελο με το σκισμένο φτερό, που έμεινε ξαπλωμένος στον πάτο του κουτιού.

-Δεν θα γνωρίσω τα φετινά Χριστούγεννα.

Δεν θα μυρίσω τα φρεσκοψημένα γλυκά στο φούρνο.

Δε θα τραγουδήσω μαζί με τα παιδιά, που θα στέκονται στην πόρτα χτυπώντας τριγωνάκια τα κάλαντα για τον Χριστούλη, είπε πολύ λυπημένος ο μικρός άγγελος και χάρτινα δάκρυα άρχισαν να πέφτουν από τα ζωγραφισμένα μάτια του.

Μα πριν προλάβει να κρυώσει η καρδούλα του, άλλο ένα χέρι μπήκε μέσα στο κουτί.
Ήταν μικρό και στρουμπουλό και άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί ανακατεύοντας το μπαμπάκι του πάτου τόσο, που ο άγγελος έκανε τούμπες.

Ύστερα, έπιασε τον μικρό άγγελο που έστεκε, χωρίς την γιρλάντα, μόνος με το σκισμένο φτερό του. Κι όταν το χέρι τον σήκωσε, ο άγγελος, έστω και με ένα φτερό, πέταξε ψηλά κι αντίκρισε ένα μικρό παιδάκι, που ίσα ίσα στεκόταν στα ποδαράκια του και περπατούσε άτσαλα.


Το μικρό παιδάκι με τον άγγελο στο τεντωμένο του χέρι έφτασε στραβοπατώντας τη γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και της έδωσε τον άγγελο.

-Θέλεις να τον βάλουμε κι αυτόν στο δέντρο; ρώτησε η γυναίκα.

Το παιδάκι γέλασε τότε τόσο τρανταχτά και γλυκά, που ο μικρός άγγελος έπαψε πια να κρυώνει και μια μαγική θαλπωρή τον τύλιξε.

Η γυναίκα πήρε τον μικρό άγγελο από το χεράκι του παιδιού, του τίναξε από πάνω του τα ανακατεμένα μπαμπάκια και με προσοχή κόλλησε το μισό φτερό που του έλειπε.

Ύστερα, ανεβαίνοντας σε μια μεγάλη σκάλα τον έβαλε πιο ψηλά από τα άλλα στολίδια, πιο ψηλά ακόμα και από την γιρλάντα των έξι αγγέλων.

Στην κορυφή του δέντρου!

Και καθώς το μικρό παιδάκι είδε τον άγγελο τόσο λαμπερό και όμορφο άρχισε να χτυπάει παλαμάκια και για μια στιγμή φάνηκε σε όλους πως ο μικρός άγγελος ζωντάνεψε κι έγινε ένας αληθινός άγγελος που είχε κατέβει από τον ουρανό για να αναγγείλει τη γέννηση του Χριστού.

Κι εκεί απάνω ο μικρός άγγελος έζησε τα πιο όμορφα Χριστούγεννα που είχε ζήσει ποτέ του.
Με μυρωδιές, με τραγούδια, με γέλια και παιχνίδια, μα και με κάτι ακόμα που έκανε τις γιορτινές μέρες πιο πλούσιες και πιο ζεστές.

Με αγάπη!

avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από μπιμπι μπο Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 12:20 am

ωραιο παραμυθι πολυ ωραιο!!!!
avatar
μπιμπι μπο

Αριθμός μηνυμάτων : 75
Ημερομηνία εγγραφής : 09/12/2010
Ηλικία : 37
Τόπος : ηγουμενιτσα

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από Admin Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 12:49 am

Α, πολύ χαίρομαι που κάποιος επιτέλους διάβασε το παραμύθι και μάλιστα το βρήκε και ωραίο!!!
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από μπιμπι μπο Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 1:24 pm

γιατι κύρια οι αλλοι δεν το βρίσκουν ωραιο??????
avatar
μπιμπι μπο

Αριθμός μηνυμάτων : 75
Ημερομηνία εγγραφής : 09/12/2010
Ηλικία : 37
Τόπος : ηγουμενιτσα

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από MESSI Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 1:29 pm

εμενα μου αρεσε παντος klap4
avatar
MESSI

Αριθμός μηνυμάτων : 428
Ημερομηνία εγγραφής : 14/12/2010
Ηλικία : 30
Τόπος : Ελλάδα

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από Admin Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 3:46 pm

αααααααααα, αφού υπάρχει και άλλος που το διάβασε, μάλλον πρέπει να ανεβάσω και άλλο παραμύθι!!! Πολύ χαίρομαι παιδιά μου που διαβάζετε τα παραμύθια!!!
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από Admin Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 5:36 pm

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ


του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Τι κρύο που έκανε!

Έπεφτε χιόνι και κόντευε να νυχτώσει. ‘Ήταν η τελευταία βραδιά του χρόνου, η παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Μέσα σ’ εκείνο το κρύο και σ’ εκείνο το σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο, χωρίς να φοράει τίποτα στο κεφάλι του, ούτε στα πόδια του.

Η αλήθεια είναι πως, όταν βγήκε από το σπίτι της, φορούσε παντούφλες, αλλά δεν της κράτησαν πολύ: ήταν κάτι μεγάλες παντούφλες, που τις είχε λιώσει η μητέρα της, τόσο μεγάλες ώστε η μικρή τις έχασε, καθώς έτρεξε να περάσει το δρόμο, ανάμεσα σε δυο αμάξια που λίγο έλειψε να την χτυπήσουν. Τη μια την έχασε. Την άλλη, τη βρήκε ένα παιδί και την πήρε μαζί του, για να τη δώσει στην αδερφούλα του, να την κάνει κούνια για την κούκλα της.


Το κοριτσάκι βάδιζε ξυπόλητο και τα πόδια του είχανε μελανιάσει από το κρύο. Μέσα στην τσέπη της κουρελιασμένης ποδιάς της είχε ένα σωρό σπίρτα. Στο χέρι της κρατούσε κι άλλα κουτιά γεμάτα, γιατί αυτή τη δουλειά έκανε: πουλούσε κουτιά με σπίρτα στους δρόμους
Όμως εκείνη την ημέρα δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί, γιατί οι άνθρωποι έτρεχαν να προφυλαχτούν από το κρύο κι από το χιόνι, και κανείς δε στεκόταν για ν’ αγοράσει σπίρτα. Δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί και δεν είχε ούτε μια δεκάρα στην τσέπη της.

Το κοριτσάκι πεινούσε και κρύωνε κι ήταν αδύνατο, κι έτρεμε ολόκληρο.
Η καημένη η μικρούλα!


Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν στα ξανθά της μαλλιά, που σχημάτιζαν μπούκλες γύρω απ’ το λαιμό της. Τα φώτα έκαναν να λάμπουν τα τζάμια των παραθυριών κι έφτανε ως το δρόμο η μυρωδιά από τα πουλερικά που έψηναν στις κουζίνες. Ήταν παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σε μια γωνιά, ανάμεσα σε δυο σπίτια.

Το κοριτσάκι πάγωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι της: θα πήγαινε τα κουτιά με τα σπίρτα, κι ούτε μια δεκάρα. Ο πατέρας της θα τη μάλωνε κι άλλωστε, μήπως και μέσα στο σπίτι της δεν έκανε τόσο κρύο; Έμεναν ψηλά, σε μια σοφίτα, κι ο άνεμος φυσούσε ανάμεσα απ’ τις τρύπες της σκεπής, μ’ όλο που τις πιο μεγάλες τις είχανε βουλώσει με άχυρο και με κουρέλια. Τα καημένα τα χεράκια της δεν τα’ νιωθε πια από το πολύ το κρύο .Ένα σπίρτο θα τα ζέσταινε λιγάκι.

Αν τολμούσε να βγάλει ένα, μονάχα ένα, απ’ το κουτί και να τ’ ανάψει να ζεστάνει τα δάχτυλά της; Τράβηξε ένα: κριτς! Πώς έλαμψε! Πώς άναψε! Ήτανε μια φλογίτσα καθαρή και ζεστή κι έμοιαζε με κεράκι, καθώς τη σκέπασε με τις χούφτες της. Τι παράξενο φως!


Έμοιαζε τώρα μ’ ένα κοριτσάκι, καθισμένο μπροστά σε μια μεγάλη σιδερένια σόμπα, που το σκέπασμά της ήτανε γυαλιστερό. Η φωτιά έκαιγε εκεί μέσα τόσο υπέροχα και ζέσταινε τόσο καλά!

Αλλά τι έγινε;

Μόλις το κοριτσάκι άπλωσε τα ποδαράκια του για να τα ζεστάνει, η φλόγα έσβησε και η σόμπα εξαφανίστηκε.

Η μικρούλα βρέθηκε καθισμένη στη γωνιά της, ανάμεσα σε δυο σπίτια, και κρατούσε στο χέρι της ένα σπίρτο καμένο.

Άναψε και δεύτερο σπίρτο, και, καθώς η λάμψη έπεσε πάνω στον τοίχο του σπιτιού, ο τοίχος έγινε διάφανος σαν ατμός.

Το κοριτσάκι μπορούσε τώρα να δει ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου ήταν στρωμένο ένα τραπέζι, με κάτασπρο τραπεζομάντιλο, με πιάτα από πορσελάνη που αστραφτοκοπούσαν και με μια μεγάλη πιατέλα, όπου μια χήνα ψητή άχνιζε και σκόρπιζε μια ορεχτική ευωδιά.


Τι έκπληξη! Τι ευτυχία!

Ξαφνικά, η ψημένη χήνα πήδησε από την πιατέλα και κύλησε στο πάτωμα, με το πιρούνι και το μαχαίρι καρφωμένα απάνω της. Κι η ψημένη χήνα κύλήσε ως εκεί που καθότανε το φτωχό κοριτσάκι.

Αλλά το σπίρτο έσβησε και, μπροστά στη μικρούλα, ορθώθηκε πάλι ο χοντρός και κρύος τοίχος των σπιτιών.

Άναψε αμέσως και τρίτο σπίρτο.

Και τότε το φτωχό κοριτσάκι είδε πως καθόταν κάτω από ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.


Ήτανε πιο μεγάλο και πιο πλούσια στολισμένο, από κείνο που είχε δει, τα περασμένα Χριστούγεννα μέσα από τη τζαμένια πόρτα, στο μέγαρο του πλούσιου εμπόρου.

Χίλια κεράκια ήταν αναμμένα πάνω στα πράσινα κλαδιά του και κάτι πολύχρωμες εικόνες, σαν εκείνες που στολίζουν τις βιτρίνες των μαγαζιών, θαρρείς και της χαμογελούσαν.

Το φτωχό κοριτσάκι σήκωσε τα δυο του χεράκια.

Το σπίρτο έσβησε.

Όλα τα κεράκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ανέβαιναν, ανέβαιναν και τότε είδε πως δεν ήταν κεράκια, αλλά αστέρια.

Ένα απ’ αυτά τ’ αστέρια έπεσε και χάραξε μια φωτεινή γραμμή στον ουρανό.


«Κάποιος πεθαίνει» μουρμούρισε το κοριτσάκι.

Γιατί η γιαγιά του, που μόνο εκείνη ήτανε καλή γι’ αυτό, αλλά δεν ζούσε πια, έλεγε συχνά:

«Όταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχούλα ανεβαίνει στο Θεό.»

Το φτωχό κοριτσάκι άναψε άλλο σπίρτο. Μέσα στη λάμψη του, παρουσιάστηκε η γιαγιά της που της χαμογελούσε.

«Γιαγιά», φώναξε η μικρούλα, «πάρε με μαζί σου. Όταν θα σβήσω το σπίρτο, ξέρω πως δε θα είσαι πια εδώ. Θα χαθείς, όπως χάθηκαν η αναμμένη σόμπα, η ψημένη χήνα και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.»


Πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά της η γιαγιά, και πέταξαν κι οι δυο χαρούμενες, μέσα σ’ εκείνη τη λάμψη. Δεν υπήρχε πια ούτε κρύο, ούτε πείνα, ούτε αγωνία. Ήταν κοντά στο Θεό!


avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από Admin Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 5:46 pm

Ένα παραμύθι κλασικό για τις μέρες των Χριστουγέννων, γραμμένο από τον μεγαλύτερο παραμυθά του κόσμου, τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Αφιερωμένο από μένα στη Μπίμπι Μπο που την απασχολεί να καταλάβει τι είναι η φαντασία. Το παραμύθι αυτό θα της δώσει την ευκαιρία να καταλάβει καλύτερα τι είναι η φαντασία...

Άλλος, Μπίμπι Μπο, ανάβει κεράκια και βλέπει διάφορα...

Άλλος το παθαίνει όταν βλέπει χιόνι να πέφτει από τον ουρανό...

Για τον καθένα μας κάτι διαφορετικό ανάβει τη φαντασία του και την κάνει να καλπάζει.

Τα παραμύθια πάντως μας βοηθούν όλους να εξασκήσουμε τη φαντασία μας. Γιατί κινούνται στη χώρα της φαντασίας κι εμείς μόνο με τη φαντασία μπορούμε να ταξιδέψουμε στον κόσμο των παραμυθιών.
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 6:15 pm



Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ανέμη τυλιγμένη.
Δώσ' της κλώτσο να γυρίσει
παραμύθι ν' αρχινήσει.

Αρχή του παραμυθιού μας, καλησπέρα της αφεντιάς σας...

ΜΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΓΕΜΑΤΗ ΜΠΕΛΑΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗ

Ήταν μια χρονιά, που όλα πήγαν στραβά για τον Αϊ-Βασίλη. Κατ’ αρχήν, τα ποντίκια του’ χαν τρυπήσει το σάκο και τα παιχνίδια του έπεφταν.

Μετά ανακάλυψε ότι τα καλικαντζαράκια είχαν αυξηθεί μέσα στις χριστουγεννιάτικες καλές του μπότες. Επίσης οι καλικάντζαροι είχαν χρησιμοποιήσει όλα τα χαρτιά για να ζωγραφίσουν, κι έτσι δεν του ’μεινε χαρτί για να απαντήσει σε όλους όσους του είχαν στείλει γράμματα. Κι όταν πήδηξε στο έλκηθρο του, χτύπησε σε μια πέτρα, που ένα από τα καλικαντζαράκια είχε τοποθετήσει εκεί.

Τελικά ξεκίνησε μια ώρα αργότερα, με τα φτερνίσματα των ελαφιών να του τρυπάνε τ’ αυτιά. Ήταν όλα κρυωμένα κι αισθάνονταν πολύ χάλια. Ο Αϊ-Βασίλης έπρεπε να τα κάνει να τρέξουν γρηγορότερα για να αναπληρώσει την χαμένη ώρα. Δεν τολμούσε να σκεφτεί τι θα γινόταν αν δεν προλάβαινε να επισκεφτεί όλα τα παιδιά του κόσμου πριν ξημερώσει.

Έτρεχαν σαν τον άνεμο με τα κουδουνάκια να χτυπάνε δυνατά και έφτασαν στο πρώτο σπίτι. Ο Αϊ-Βασίλης γλίστρησε απ’ την καμινάδα όπως ο πυροσβέστης απ’ το κοντάρι. Και γέμισε κάθε κάλτσα δίπλα στα κοιμισμένα παιδιά. Μετά ξεκίνησαν, για το επόμενο χωριό, την επόμενη πόλη, την επόμενη χώρα ώσπου… Η μυτούλα του Τάραν, σταμάτησε να λάμπει. Ξαφνικά ήταν πολύ πολύ σκοτεινά. Βρίσκονταν στο μέσο του πουθενά και δεν υπήρχαν φώτα από κάτω για να τους καθοδηγήσουν. Το ελάφι σταμάτησε.



«Τι συμβαίνει Τάραν;» είπε ο Αϊ-Βασίλης.
«Να, είναι αυτό το κρύωμα στη μύτη» είπε ο Τάραν.
«Έκανε τη μύτη μου να σταματήσει να λάμπει».
«Μα τις μπότες μου!», είπε ο Αϊ-Βασίλης θυμωμένος. Έσκυψε μπροστά απ’ το έλκηθρο και βρήκε ένα φακό. Όταν τον άναψε, μια λεπτή γραμμή φωτός ξεχύθηκε μπροστά του.
«Μα τη γενειάδα μου», είπε ο Αϊ-Βασίλης.

«Αυτό είναι όλο κι όλο το φως που έχουμε, και δε θα διαρκέσει για πολύ. Μόνο ένα πράγμα μπορούμε να κάνουμε, θα πρέπει να ξυπνήσουμε τον Άνθρωπο του Φεγγαριού».



Μόλις το είπε, βογγητά απογοήτευσης βγήκαν απ΄ τα ελάφια. Δε φτάνει που έκαναν το γύρο του κόσμου, κρυωμένα, έπρεπε να πάνε επίσκεψη και στον Άνθρωπο του Φεγγαριού. Άλλωστε ήταν τόσο γκρινιάρης.

«Ελάτε τώρα», είπε ο Αϊ-Βασίλης. «Πρέπει να πηγαίνουμε. Έχουμε ήδη αργήσει».

Οδήγησε το έλκηθρο μακριά απ’ τη γη και πετάξανε προς τα πάνω, καθοδηγούμενοι απ’ τη λεπτή φωτεινή γραμμή. Δεν πήρε πολύ ώρα. Ήταν πιο γρήγορο να πάνε στο φεγγάρι παρά να κάνουν το γύρω του κόσμου. Μόλις έφτασαν, ο Αϊ-Βασίλης βγήκε απ’ το έλκηθρο κι έτρεξε προς την πόρτα του Ανθρώπου του Φεγγαριού. Χτύπησε δυνατά. Δεν πήρε απάντηση. Ξαναχτύπησε. Πάλι καμιά απάντηση. Ένα δυνατό ροχαλητό αντηχούσε γύρω απ’ το σπίτι του.

«Μα τις μπότες μου!», είπε ο Αϊ-Βασίλης. «Ποτέ δεν πρόκειται να τον ξυπνήσουμε».

Τα ελάφια κάθονταν δυσαρεστημένα χτυπώντας τα πόδια τους.

«Ελάτε τώρα, ελάφια. Θέλω να κοπανήσετε τις οπλές σας, να χλιμιντρίσετε όσο πιο πολύ μπορείτε και να χοροπηδήσετε για να κάνετε τα καμπανάκια σας να κουδουνίσουν».
«Αφού είμαστε κρυωμένοι! Τι θα γίνει με τους λαιμούς μας;» διαμαρτυρήθηκε ο Ρούντολφ.
«Δεν πειράζει», είπε ο Αϊ-Βασίλης. «Αυτό είναι επείγον!»

‘Έτσι τα ελάφια έκαναν ό,τι τους είπε.
Ο θόρυβος ήταν τρομερός. Ο Αϊ-Βασίλης προσπαθούσε κι αυτός, φωνάζοντας ΧΟ!ΧΟ!ΧΟ! όσο πιο δυνατά μπορούσε.

Ξαφνικά, ένα φως άναψε μες στο σπίτι και μια γκρινιάρικη φωνή ακούστηκε.

«Τι συμβαίνει; Ποιος κάνει τόση φασαρία; Ποιος τόλμησε να με ξυπνήσει σε μια απ’ τις λίγες μέρες που μπορώ να κοιμηθώ; Μίλα αμέσως!»

«Λυπάμαι πολύ», είπε ο Αϊ-Βασίλης, «αλλά χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου. Είμαι ο Αϊ-Βασίλης και κάνω το γύρο του κόσμου, μοιράζοντας δώρα. Αλλά η μύτη του Τάραν έσβησε και δε μπορούμε να βλέπουμε προς τα πού πάμε».

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε κι ένας πελώριος, κακοδιάθετος άνθρωπος εμφανίστηκε. «Υποθέτω ότι θα θέλετε να δουλέψω, έτσι δεν είναι;» είπε ο Άνθρωπος του Φεγγαριού. «Έρχεστε εδώ και με ξυπνάτε με τους θορύβους σας και τώρα θέλετε να δουλέψω. Γιατί θα’ πρεπε;…»

Ο Αϊ-Βασίλης πήρε μια βαθιά ανάσα και τα ελάφια κούνησαν τα κεφάλια τους ανήσυχα. «Πολλά παιδιά θα είναι δυστυχισμένα, άμα ξυπνήσουν το πρωί και δε βρουν τα δώρα τους», είπε ο Αϊ-Βασίλης.

«Εμένα κανείς δε μου’ χει κάνει ποτέ δώρο», γκρίνιασε ο Άνθρωπος του Φεγγαριού. «Ποτέ. Ούτε καν μια χριστουγεννιάτικη κάρτα. Μισώ τα Χριστούγεννα. Γι’ αυτό πάντα κοιμάμαι την παραμονή των Χριστουγέννων, αντί να δουλεύω».

Ο Αϊ-Βασίλης άκουσε υπομονετικά και μετά του ήρθε μια ιδέα.

«Θα σου πω τι θα γίνει», είπε. «Θα σου φέρω εγώ δώρα. Θα ’ρχομαι με τα ελάφια μου κάθε χρόνο, αφού έχουμε γυρίσει όλο τον κόσμο, και θα τρώμε πίτες, θα συζητάμε κι εσύ θα ανοίγεις δώρα μπροστά στο τζάκι. Αλλά για αντάλλαγμα πρέπει να υποσχεθείς ότι πάντα θα δουλεύεις την παραμονή των Χριστουγέννων, ώστε πάντα να βρίσκω το δρόμο μου».

Ένα σπινθηροβόλο βλέμμα εμφανίστηκε στο κατσούφικο πρόσωπο του Ανθρώπου του Φεγγαριού.
«Αλήθεια το λες;»

«Στρώσου στη δουλειά τώρα», είπε ο Αϊ-Βασίλης «και θα έρθω για πρωινό και θα σου φέρω τα δώρα σου».

Ο Άνθρωπος του Φεγγαριού εξαφανίστηκε μέσα, χωρίς άλλη κουβέντα. Ξαφνικά, όλο το μέρος λούστηκε στο φως. Τα ελάφια ανοιγόκλεισαν τα μάτια τους μισοτυφλωμένα. Ο Αϊ-Βασίλης πήδηξε στο έλκηθρο.

«Ελάτε λοιπόν», είπε. «Τρέξτε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο».


Και ξεκίνησαν προς τα κάτω, όλο και πιο κάτω, ώσπου είδαν τις κορυφές των δέντρων και των σπιτιών. Όταν ο Αϊ-Βασίλης γύρισε να δει πίσω, είδε το φεγγάρι να λάμπει και το πρόσωπο του Ανθρώπου του Φεγγαριού, να λάμπει περισσότερο.

Ο Αϊ-Βασίλης, μόλις που πρόλαβε να μοιράσει όλα τα δώρα, εκείνη τη χρονιά. Μετά γύρισε πίσω στο φεγγάρι και μοιράστηκε πίτες και γλυκά με τον Άνθρωπο του Φεγγαριού και του άφησε τα δώρα του. Μετά επέστρεψε στο Βόρειο Πόλο την ώρα του μεσημεριού, ανήμερα τα Χριστούγεννα. Έστειλε τα ελάφια του να ξεκουραστούν για μια βδομάδα κι αυτός πήγε για ένα μακρύ ύπνο.

Ο Άνθρωπος του Φεγγαριού, δουλεύει πάντα την παραμονή των Χριστουγέννων κι όπως μπορείτε να δείτε, χαμογελάει όλες τις ημέρες του χρόνου.



ΠΗΓΗ: ΓΙΑΠΡΑΚΙ
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από aris Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 7:25 pm

Διάβασα το παραμύθι είναι τέλειο ειδικά στο τέλος που το κοριτσάκι ήθ΄λε να ανεβει και το αγγελάκι στο δέντρο κι ας ήτα σπασμένο το φτερό του!

_________________
ΤΟ ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΤΗΣ ΣΤ'1 ΤΑΞΗΣ:

avatar
aris

Αριθμός μηνυμάτων : 562
Ημερομηνία εγγραφής : 29/09/2010

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://mikros-mikroulis.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από Admin Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 7:36 pm

Συμφωνώ, Άρη. Μας διδάσκει τόσα πράγματα αυτό το παραμύθι με το αγγελάκι... Και ένα από αυτά είναι να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του άλλου.

Σε περιμένω να γράψεις όμως κι εσύ παραμύθι. Στο Νύτσατσε η Μπούμπα. Είπαμε ότι είναι καιρός για παραμύθια αλλά όχι μόνο να διαβάζουμε μα και να γράφουμε!
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από aris Την / Το Κυρ Δεκ 19, 2010 10:51 pm

Admin έγραψε:Συμφωνώ, Άρη. Μας διδάσκει τόσα πράγματα αυτό το παραμύθι με το αγγελάκι... Και ένα από αυτά είναι να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του άλλου.

Σε περιμένω να γράψεις όμως κι εσύ παραμύθι. Στο Νύτσατσε η Μπούμπα. Είπαμε ότι είναι καιρός για παραμύθια αλλά όχι μόνο να διαβάζουμε μα και να γράφουμε!

aris έγραψε:Κυρία δεν είναι σκέυτομαι και γράφω για να βιαστώ μέχρι αύριο να το κάνω ή σε κάποιο χρονικό διάστημα.
Θέλω λίγο να σκευτώ για να γράψω να μην γράψω χαζομάρες!!!Έχουμε χρόνο!!! Τα Χριστούγεννα τι θα κάνουμε;
avatar
aris

Αριθμός μηνυμάτων : 562
Ημερομηνία εγγραφής : 29/09/2010

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://mikros-mikroulis.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από Admin Την / Το Δευ Δεκ 20, 2010 9:35 pm

ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΕΚΛΟΓΗ Γ. Α. ΜΕΓΑ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΚΑΙ ΡΑΛΛΗ ΚΟΨΙΔΗ

ΕΚΔΟΤΑΙ Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ - ΑΘΗΝΑΙ

Σειρά Πρώτη - Δωδέκατη έκδοση - σελ. 27


Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΔΙ

Μια φορά κ' έναν καιρό ένα φίδι κατέβηκε στην ακρογιαλιά κι αντάμωσε έναν κάβουρα και του είπε:

- Καημένε κάβουρα, θέλω να κάμω έναν θαλασσινό από σας κουμπάρο, να κατεβαίνω καμιά φορά να τρώω κανένα θαλασσινό, κ' εκείνος πάλι, άμα θέλη, να έρχεται στη φωλιά μου να τρώη κανένα χορταράκι τρυφερό. Ε, τι λες; θέλεις να γίνωμε κουμπάροι;

Και ο κάβουρας, αφού σκέφθηκε, σκέφθηκε,

- Ας γίνουμε, του λέγει.

Τότε δώσανε τα χέρια και αμέσως καθήσανε να φάνε. Του έφερε ο κάβουρας διάφορα θαλασσινά, γαρίδες και χορτάρια της θάλασσας.

Άμα τέλειωσε το φαγί, το φίδι ήρθε στο κέφι και όλο "γεια σου κουμπάρε" και "γεια σου κουμπάρε" και αγκάλιαζε τον κακόμοιρο τον κάβουρα.

Ο κουμπάρος ο κάβουρας, σαν ντρεπότανε και λίγο, του έλεγε όμως:

- Πολύ με σφίγγεις, κουμπάρε.

- Μα σ' αγαπώ, κουμπάρε, του έλεγε το φίδι.

Πάλι σε λιγάκι:

- Γεια σου κουμπάρε, και όλο τον έσφιγγε.




- Μα πολύ με σφίγγεις, κουμπάρε, και θα σκάσω.

Και το φίδι, που είχε το σκοπό του:

- Μα δε μπορώ, κουμπάρε, σ' αγαπάω.

- Κ' εγώ σ' αγαπάω, κουμπάρε, απαντούσεν ο κάβουρας, μα έβλεπε που δεν πηγαίνανε καλά` το φίδι όλο τον έσφιγγε, όσο πήγαινε, και δεν τον απόλαε καθόλου.

Πάλι σε λιγάκι τον έσφιξε τόσο, που ο κάβουρας απελπίσθηκε και γυρίζει και του βάνει τις δαγκούνες του στο λαιμό, και τότε πια τον απόλυκε το φίδι και απλώθηκε στη φωλιά του κάβουρα, όσο μακρύ ήτανε. Τότε του είπεν ο κάβουρας:

- Να, έτσι είναι καλά! Ίσια κουμπάρε, όχι με μάζωνες να με πνίξης!

_______________

ΥΓ Η ορθογραφία ακολούθησε το κείμενο του βιβλίου, εκτός του πολυτονικού συστήματος τονισμού.

avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από Admin Την / Το Δευ Δεκ 20, 2010 9:44 pm

Τα Ελληνικά Παραμύθια του Γ. Μέγα (Σειρά Πρώτη - σελίδα 16)[/justify]

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Μια φορά ο λύκος κάμανε κολλιγιά με την αλεπού, για να σπείρουνε μαζί.

Αρχίσανε καμιά φορά και σπείρανε. Ήρθε και ο καιρός να θερίσουνε' αλλά που έκαμνε ζέστη, κάψα πολλή και η αλεπού δεν της ερχότανε καλά να θερίζη μέσ' στη λαύρα!

Τι του λέει λοιπόν του λύκου:

- Νικολό, θέρισε συ, που πιο πολύ επιτηδεύεσαι κ' εγώ να πάω να κρατήσω κείνον το βράχο να μην πέση και μας πλακώση.

- Όπως ξέρεις κάμε, της είπε ο Νικολός, και έτσι καθότανε η αλεπού στον ήσκιο και κράταε το βράχο να μην πέση, και ο κουτός ο λύκος εθέριζε.

Μα άκου να δης τι του καμε στο μοίρασμα.

Όταν αλωνίσανε καμιά φορά, βάλανε χώρια το στάρι και χώρια τάχερα. Του είπε τότες η αλεπού:

- Θέλεις να πάρης, Νικολό, εσύ το πολύ το άχερο κ' εγώ το λίγο στάρι ή εγώ το πολύ το άχερο; και ο λύκος θυμότανε την ύστερη κουβέντα και είπε:

- Ας πάρω εγώ το πολύ άχερο!

Και έτσι πήρε η αλεπού το στάρι η πονηρή κι ο λύκος ο κουτός το άχερο. Και στα τελευταία του έλεγε:

- Βλέπεις, Νικολό; εγώ εσένα έβαλα διαλεχτήν, να μην έχης παράπονο' συ διάλεξες το πολύ άχερο. Ε, καλό φάγωμα το άχερο, Νικολό, και του χρόνου.

- Παρομοίως σου, μαργιόλα μου, να είσαι καλά.

_________

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς ακόμη καλύτερα. Έτσι δεν τελειώνουν τα παραμύθια;

avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από μπιμπι μπο Την / Το Τρι Δεκ 21, 2010 2:53 pm

οχι!!!!!!και εζησαν αυτοι κακα και εμεις χειροτερα.......!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΧΑΧΑΧΧΑΧΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑΧΑΧΧΑΧΑΧΑ.....!!!!!!!.....!!!!!
avatar
μπιμπι μπο

Αριθμός μηνυμάτων : 75
Ημερομηνία εγγραφής : 09/12/2010
Ηλικία : 37
Τόπος : ηγουμενιτσα

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιαν 01, 2012 4:35 pm

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΟΝΤΑΝ ΠΟΥΛΙΑ


Γεώργιος Μέγας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς κι είχε δεκατρία παιδιά: δώδεκα αγόρια κι ένα κοριτσάκι.

Πέθανε η βασίλισσα κι ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Πήρε μια κακιά γυναίκα, που δεν αγαπούσε καθόλου τα παιδιά κι ήταν και μάγισσα.

Σ' αυτό το μεταξύ γίνηκε πόλεμος κι ο βασιλιάς έφυγε μακριά.

Τότε η κακιά μητριά, που εχθρεύονταν τα παιδιά, άλειψε την κόρη με πίσσα και την έδιωξε από το παλάτι.

Η βασιλοπούλα περπατούσε, περπατούσε κι ηύρε ένα ποταμάκι με κρουσταλλένιο νερό. Νίφτηκε εκεί, βγήκαν οι πίσσες και γίνηκε πιο όμορφη απ' ό,τι ήταν πριν. Ξαναπήρε το δρόμο η καημένη και περπατούσε μέρα νύχτα.

Καμιά φορά βρίσκει ένα γέρο, που βοσκούσε τ' αρνιά του και του λέει:

- Μπάρμπα, καλέ μου γέροντα, δε με παίρνεις μαζί σου για ένα κομμάτι ψωμί; είμαι μόνη στον κόσμο κι ορφανή.

- Μετά χαράς, κόρη μου, σε παίρνω. Ό,τι τρώγω εγώ θα τρως κι εσύ.

Κι έτσι η βασιλοπούλα ζούσε μέσα στου γέροντα το καλύβι.

Μια μέρα της λέει ο γέρος:

- Εδώ κοντά, κόρη μου, κάθε βράδυ γίνεται ένα παράξενο πράμα, κοντά στο ποτάμι. Δώδεκα πουλιά κατεβαίνουν στη γη και μόλις πατήσουν το ποδάρι τους στο χώμα, γίνονται άνθρωποι - ω, θεέ μου, τα θαυμαστά σου!

Η κοπέλα, μόλις τ' άκουσε, ταράχθηκε κι είπε με το νου της: "τα δώδεκα πουλιά χωρίς άλλο θα είναι τ' αδέρφια μου και θα τα μάγεψε, φαίνεται, η μάγισσα, η διαβόλισσα".

Είπε λοιπόν στο γέρο:

- Μπάρμπα, θα έρθω μαζί σου το βράδυ, για να ιδώ τα δώδεκα πουλιά.

Το βράδυ βγήκε έξω με το γέρο και μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει είδε δώδεκα πουλιά να κατεβαίνουν απ' τον ουρανό και να κράζουν λυπητερά.

Μόλις επάτησαν στη γη, αμέσως έγιναν άνθρωποι... Ήταν τ' αδέρφια της βασιλοπούλας.

Αυτή αμέσως τα εγνώρισε. Και τ' αδέρφια της την εγνώρισαν. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν κι έκλαψαν πολύ. Δεν ήθελαν όμως να την αφήσουν σ' αυτό το μέρος και την πήραν και πήγαν σ' ένα παλιό μεγάλο σπίτι. Εκεί έμειναν όλη τη νύχτα και το πρωί ξαναγίνηκαν πουλιά και πέταξαν στον ουρανό.

Μια μέρα η κοπέλα βγήκε να μαζέψει χόρτα, να τα μαγειρέψει και να φάει το βράδυ με τ' αδέρφια της, γιατί τ' αδέρφια της, κάθε βράδυ πήγαιναν σ' αυτό το παλιό σπίτι και κάθονταν όλη τη νύχτα με την αδερφή τους.

Εκεί λοιπόν που μάζευε χορτάρια, ακούει μια φωνή:

- Ιχ, ανθρώπου ψυχή δε φαίνεται. Κανείς δε λέει να με θυμηθεί.

Γυρίζει η βασιλοπούλα και βλέπει μια γριά που καθόταν σ' ένα βράχο. Πάει κοντά της και της λέει:

- Τι θέλεις, θεια; βγήκες για χόρτα; δώσ' μου το καλάθι σου να το γεμίσω τρυφερά χόρτα.

Η γριά ευχαριστήθηκε με την καλή καρδιά της κοπέλας και της λέει:

- Κακομοίρα μου, κακομοίρα μου! Τι έχεις να τραβήξεις. αλλά μη φοβάσαι, γιατί πέρα θε να βγεις.

Η κοπέλα παραξενεύθηκε, άμα άκουσε αυτά τα λόγια.

- Μην παραξενεύεσαι, καλή μου βασιλοπούλα, γιατί τα μέσα της καρδούλας σου όλα τα ξέρω, όλα. Ξέρω τα μάγια που 'κανε η μητριά στ' αδέρφια σου. Για να ξαναγίνουν άνθρωποι, να κάνεις αυτά που θα σου πω: Θα βγαίνεις όξω πολύ αυγή με το φεγγάρι, θα μαζεύεις αγριόχορτα και με αυτά θα πλέξεις δώδεκα φορεσιές, χωρίς όμως να μιλάς. Θα σου μιλούν, αλλά συ δε θ' απαντάς. Κι άμα τις τελειώσεις, θα τις ρίξεις πάνω στα πουλιά και αυτά μονομιάς θα γίνουν άνθρωποι. Έτσι να κάνεις.

Η βασιλοπούλα έκανε, όπως της είπε η γριά. Όλη τη νύχτα έκοβε αγριόχορτα κι όλη τη μέρα έπλεκε και τσιμουδιά δεν έβγαζε. Πήγαιναν τ' αδέρφια της, τα πουλιά, που τη νύχτα γίνονταν άνθρωποι, της μιλούσαν κι αυτή δε μιλούσε, τη ρωτούσαν και δεν απαντούσε. Κάθονταν όλη τη νύχτα και το πρωί κακοκαρδισμένα ξαναπετούσαν στον ουρανό κι όλο έκραζαν λυπητερά.

Μια μέρα λοιπόν - άμα είναι η τύχη καλή, πού σε πάει και πού σε φέρνει! - βγήκε ένα βασιλόπουλο να κυνηγήσει. Κει λοιπόν που προχωρούσε με το σκύλο του, έφτασε στο παλιό σπίτι. Ο σκύλος μπήκε μέσα στο σπίτι και ξαναβγήκε και κουνούσε την ουρά του και γάβγιζε και ξαναμπήκε μέσα.

Το βασιλόπουλο παραξενεύτηκε. Σου λέει, κάτι τρέχει, για να μπαίνει και να βγαίνει ο σκύλος από το σπίτι. Πάει μέσα και βλέπει μια πανέμορφη κοπέλα να πλέκει αγριόχορτα. Της μιλάει κι αυτή τσιμουδιά.

Το βασιλόπουλο νόμισε πως ήταν παθιασμένη και δεν μπορούσε να μιλήσει. Φωνάζει τους ανθρώπους που είχε συνοδεία και διατάζει να τη βάλουν πάνω στ' άλογο και να την πάνε στο παλάτι.

Έτσι κι έγινε. Την πήγαν στο παλάτι.

Το βασιλόπουλο την άλλη μέρα πήγε στον πατέρα του και του είπε:

- Πατέρα, εγώ αγάπησα μια κοπέλα. Είναι βουβή, δε μιλάει, αλλά εγώ την αγάπησα και θα την κάμω γυναίκα μου.

Ο βασιλιάς του είπε:

- Αφού την αγάπησες, χίλια μετά χαράς, να την πάρεις.

Την έβαλαν λοιπόν την κοπέλα μέσα σε μια κάμαρα μ' ένα σωρό υπηρέτριες να την υπηρετούν, αλλά αυτή όλο έπλεκε και καθόλου δε σταματούσε. Άμα τέλειωσε όμως τις έντεκα φορεσιές, τελείωσε και το χόρτο. Τότε αυτή βγήκε αυγή - αυγή όξω στην αυλή του παλατιού κι έκοψε χόρτα κι άρχισε πάλι να πλέκει.

Οι άνθρωποι του βασιλιά την είδαν τη νύχτα που βγήκεν όξω κι έκοβε χορτάρια και πάνε στο βασιλιά και του λένε:

- Βασιλιά μας πολύχρονε, αυτή η κοπέλα που θέλει το βασιλόπουλο να πάρει γυναίκα, είναι μάγισσα κι όλους εδώ θα σας μαγέψει. Βγαίνει όξω τη νύχτα με το φεγγάρι και κόβει χορτάρια. Να φυλαχτείτε, πολυχρονεμένε βασιλιά, μη σας κάνει κανένα κακό.

Κι είπε ο βασιλιάς:

- Θα παραφυλάξω και θα ιδώ.

Πράγματι τη νύχτα παραφύλαξε. Η κοπέλα - έλα ντε αναποδιά! - άμα κόντευε να τελειώσει και την τελευταία φορεσιά, τελείωσε το χορτάρι. Βγήκεν όξω πάλι να κόψει χορτάρι, την είδε ο βασιλιάς που παραφύλαγε και αμέσως, χωρίς να χάσει καιρό, διατάζει να την ρίξουν στη φυλακή κι ύστερα σκόπευε να τη σκοτώσει σαν μάγισσα.

Αυτή τίποτε δεν την ένοιαζε. Όλο έπλεκε και μέσ' τη φυλακή ακόμα.

Έφτασε η μέρα που θα την σκότωναν, θα την έκαιγαν ζωντανή!

Τα πουλιά, τ' αδέρφια της, τα έμαθαν τα γινόμενα κι επήγαν στο παράθυρο της φυλακής κι έκλαιγαν κι έκραζαν απελπισμένα.

Σε μια στιγμή όμως, που αυτή τελείωσε και την τελευταία φορεσιά, τις πετάει όλες από το παράθυρο της φυλακής πάνω στο καθένα πουλί και μονομιάς αυτά γίνηκαν άνθρωποι.

Τότε αυτή που δεν μιλούσε, εμίλησε και ζήτησε να την παν στο βασιλιά.

Την πήγαν λοιπόν και τα είπεν όλα, ένα προς ένα. Όλοι έκλαψαν απ' τα μαρτύρια που τράβηξεν η όμορφη βασιλοπούλα. Επήραν στο παλάτι και τα δώδεκα αδέρφια κι ήταν όλοι χαρά, προπάντων το βασιλόπουλο, κι ετοίμαζαν το γάμο.

Ο βασιλιάς προσκάλεσε στο γάμο όλους τους βασιλιάδες, προσκάλεσε και τον πατέρα της βασιλοπούλας, που εγύρισε στο μεταξύ απ' τον πόλεμο κι ήταν καταθλιμμένος, που έχασε τα δεκατρία παιδιά του. Η μάγισσα η γυναίκα του, άμα εγύρισε απ' τον πόλεμο, του είχε πει πως τα παιδιά τα ηύρε μια αρρώστια και πέθαναν όλα.

Ο βασιλιάς έστειλε μήνυμα στον άλλον βασιλιά, που επάντρευε το γιο του, και του είπε:

- Εγώ δε θα 'ρθω στο γάμο. Τι να κάμω να 'ρθω, αφού έχασα και τα δεκατρία τα παιδιά μου. Μόνο να πεθάνω παρακαλώ.

Αλλά τον καλούσαν και τον ξανακαλούσαν, τον ζάλισε κι η κακιά η γυναίκα του που ήθελε σιργιάνια: άειντε να πάμε, άειντε να πάμε, και ξεκίνησαν και πήγαν.

Έγινε ο γάμος με όλα τα μεγαλεία.

Η μητριά, μόλις είδε τη βασιλοπούλα με τα δώδεκα τ' αδέρφια της, αμέσως τ' αναγνώρισε και γι' αυτό ήθελε να φύγει, αλλά η βασιλοπούλα δεν την άφησε και της λέει:

- Κανείς δε θα φύγει, προτού κεραστεί και μας πει την ιστορία του.

Κεράστηκαν τα δώδεκα τ' αδέρφια και είπαν την ιστορία τους. Ο πατέρας τους, μόλις τ' άκουσε αναγνώρισε τα παιδιά του!

Ήρθε η σειρά της μητριάς να πει την ιστορία της, αλλά αυτή πού ν' ανοίξει το στόμα της! Τι να πει!

Ο άντρας της τότε διάταξε να την πιάσουν και να την πετάξουν όξω από το παλάτι. Κι όλοι οι βασιλιάδες που είχαν μαζευτεί, είπαν να την κάψουν ζωντανή κι έτσι έγινε. Την έκαψαν και της βγήκαν ξινά τα μάγια της.

Η βασιλοπούλα έζησε μέσα στα παλάτια με τον άντρα της και τ' αδέρφια της. Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΕΚΛΟΓΗ Γ. Α. ΜΕΓΑ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΡΑΛΛΗ ΚΟΨΙΔΗ

ΕΚΔΟΤΑΙ Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ - ΑΘΗΝΑΙ

Σειρά Δευτέρα- Ενδέκατη έκδοση - σελ. 45

ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 1032
Ημερομηνία εγγραφής : 10/07/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Κυρ Ιαν 01, 2012 4:42 pm

Τα "Χριστούγεννα" είναι και πάλι εδώ και εμείς διαβάζουμε και πάλι παραμύθια.

Χρόνια πολλά, καλή χρονιά σε όλους. Και η ζωή σας ένα παραμύθι όμορφο να γίνει. Να κάθουνται οι παραμυθάδες να το λένε και ο κόσμος να θαυμάζει, πως εκείνοι ζήσανε καλά μα εσείς καλύτερα!!!

ΜΑΡΙΟΡΗ

Αριθμός μηνυμάτων : 1032
Ημερομηνία εγγραφής : 10/07/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης