ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Τρι Φεβ 01, 2011 11:45 pm

Σαν σήμερα, 1η Φεβρουαρίου του 1940, έφυγε για πάντα ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου.



Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1877 και πέθανε στην Αθήνα το 1940 από καρδιακή προσβολή, ενώ πήγαινε με το τραμ σε συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών.

Ποιητής, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος και χρονογράφος, διατέλεσε νομάρχης, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης και εξελέγη ακαδημαϊκός.

Από το πλούσιο λογοτεχνικό του έργο ξεχωρίζουν οι ποιητικές συλλογές «Πολεμικά τραγούδια», «Πεζοί ρυθμοί», «Θεία Δώρα» διάφορα διηγήματα, καθώς και οι ανταποκρίσεις του από το Παρίσι.

Το 1918 μετά την επιστροφή του Βενιζέλου στην Αθήνα και ενώ είχε γίνει αποδεκτή η δημοτική γλώσσα ως η επίσημη γλώσσα του κράτους από την επαναστατική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, το υπουργείο Παιδείας ανέθεσε στον Παπαντωνίου τη συγγραφή του πρώτου Αναγνωστικού στη Δημοτική. Για πρώτη φορά η εν χρήσει γλώσσα των Νεοελλήνων θα δίδασκε και θα μιλούσε στις νεότερες γενιές. Με την απελευθερωμένη νοσταλγία του παιδιού στις σελίδες τους, με μνήμες της ανοιχτής φύσης απ' όπου προερχόταν, «Τα Ψηλά Βουνά» άφησαν να φανεί το πνεύμα του παιδαγωγού Παπαντωνίου

ΠΗΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Τιμώντας τη μνήμη του ανεβάζουμε μερικά από τα ποιήματά του:

Η προσευχή του ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου.
'Αλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ' τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν' αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ' τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν' ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
'Ακουσα τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
'Εδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ 'ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν' αφανιστώ χωρίς να ξαναζήσω...
Σ' ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

(Τα θεία δώρα)

Τὸ εὐλογημένο καράβι

«Ποῦ πᾶς καραβάκι,
μὲ τέτοιον καιρό,
σὲ μάχεται ἡ θάλασσα,
δὲν τὴ φοβᾶσαι;
Ἀνέμοι σφυρίζουν
καὶ πέφτει νερό,
ποῦ πᾶς καραβάκι,
μὲ τέτοιον καιρό;»

«Γιὰ χώρα πηγαίνω
πολὺ μακρινή,
θὰ φέξουνε φάροι
πολλοὶ νὰ περάσω,
βοριάδες, νοτιάδες
θὰ βρῶ, μὰ θὰ φτάσω
μὲ πρίμο ἀγεράκι,
μ᾿ ἀκέριο πανί».

«Κι οἱ κάβοι ἂν σοῦ στήσουν
τὴ νύχτα καρτέρι,
ἐπάνω σου ἂν σπάσει
τὸ κῦμα, θεριό,
καὶ πάρει τοὺς ναῦτες
καὶ τὸν τιμονιέρη;
Ποῦ πᾶς καραβάκι,
μὲ τέτοιον καιρό;»

«Ψηλὰ στὸ ἐκκλησάκι
τοῦ βράχου, ποὺ ἀσπρίζει,
γιὰ μένα ἔχουν κάμει
κρυφὴ λειτουργία
ὀρθὸς ὁ Χριστὸς
τὸ τιμόνι μου ἀγγίζει,
στὴν πλώρη μου στέκει
ἡ Παρθένα Μαρία».
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Τετ Φεβ 02, 2011 12:10 am

Η κατάρα του πεύκου

του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)

«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι
βγάνει φωτιά.
Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά!

Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο
να ένα δεντρί...
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,
δροσιά να βρει.

Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του
και περπατεί!
Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Στα δυο χωριά.»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Πολύ μακριά!»

«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει,
γι' αυτό είμαι δω.

Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες...
για δυο, για τρεις...
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ' είναι βαρύς».

«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι
να δροσιστείς».
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός,
Στον ίδιο τόπο είν' ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός...

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο,
το σπλαχνικό,
που 'ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στο βοσκό;»

Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
- τ' ακούς, τ' ακούς;-
και τραγουδούσε σα φλογέρα
στους μπιστικούς.

«Φρύγανο και κλαρί του πήρες
και τις δροσιές
Και το ρετσίνι του ποτάμι
απ΄ τις πληγές.

Σακάτης ήτανε κι ολόρθος,
ως τη χρονιά,
Που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ,
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ...

Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή...
Κι είχα και τρύγο... Τι ώρα νάναι
και τι εποχή;

Ξεκίνησα το καλοκαίρι
-να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ' ήβρε ο χειμώνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,
που τρέχει εμπρός.

Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»

Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι...
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά.

Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά.-
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 878
Ημερομηνία εγγραφής : 25/02/2008

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://faros.fforumfree.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης